Η υπερλιπιδαιμία αφορά διαταραχές στα επίπεδα των λιπιδίων του αίματος, όπως αυξημένη LDL χοληστερόλη ή τριγλυκερίδια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χαμηλή HDL χοληστερόλη. Συχνά δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα και εντοπίζεται τυχαία σε έναν αιματολογικό έλεγχο.
Η σημασία της, όμως, είναι μεγάλη, καθώς η παρατεταμένη έκθεση σε αυξημένα επίπεδα LDL χοληστερόλης συμβάλλει στη δημιουργία αθηρωματικών πλακών και στην ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου.
Δεν υπάρχει ένας «σωστός αριθμός χοληστερόλης» που να είναι ίδιος για όλους. Η αξιολόγηση γίνεται με βάση τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο: την ηλικία, την αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα, την παρουσία σακχαρώδη διαβήτη, νεφρικής νόσου ή ήδη γνωστής καρδιαγγειακής νόσου, αλλά και με βάση το οικογενειακό ιστορικό.
Η αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας περιλαμβάνει παρεμβάσεις στη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα και το βάρος και όπου ενδείκνυται φαρμακευτική αγωγή. Ο στόχος δεν είναι απλώς να «πέσει η χοληστερίνη», αλλά να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο ο μακροχρόνιος καρδιαγγειακός κίνδυνος.