Η στυτική δυσλειτουργία είναι μια συχνή κατάσταση στους άνδρες, η οποία χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην επίτευξη ή/και διατήρηση στύσης ικανής για σεξουαλική επαφή. Αν και μπορεί να έχει ψυχολογικούς παράγοντες, σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί ένδειξη ενδοκρινολογικής ή μεταβολικής διαταραχής.
Οι ορμονικές αιτίες της στυτικής δυσλειτουργίας περιλαμβάνουν υπογοναδισμό (χαμηλή τεστοστερόνη), διαβήτη, παχυσαρκία, θυρεοειδικές δυσλειτουργίες και αυξημένη προλακτίνη.
Η διάγνωση της στυτικής δυσλειτουργίας περιλαμβάνει ορμονικό έλεγχο (τεστοστερόνη, LH, FSH, προλακτίνη, TSH κ.α.) και εκτίμηση μεταβολικών δεικτών, ενώ λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες τρόπου ζωής όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και η σωματική δραστηριότητα.
Η θεραπευτική προσέγγιση της στυτικής δυσλειτουργίας εξαρτάται από την αιτία: Σε περιπτώσεις υπογοναδισμού, μπορεί να χορηγηθεί διαδερμική ή ενέσιμη τεστοστερόνη υπό ιατρική παρακολούθηση. Αν υπάρχει μεταβολική αιτία (π.χ. αντίσταση στην ινσουλίνη, θυρεοειδική δυσλειτουργία), η ρύθμιση της βασικής νόσου βελτιώνει συχνά τη στυτική λειτουργία.
Όπου χρειάζεται, εφαρμόζεται πολυπαραγοντική προσέγγιση σε συνεργασία με ουρολόγο ή ψυχολόγο. Στο ιατρείο πραγματοποιείται αναλυτικός ορμονικός έλεγχος και εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο. Στόχος είναι η αποκατάσταση της ορμονικής ισορροπίας, η βελτίωση της γενικής υγείας και η επανάκτηση της αυτοπεποίθησης και της ποιότητας ζωής του ασθενούς.